• Skip to main content
  • Τάσος Ζαφειριάδης
    • Βιογραφικό
    • Διακρίσεις
    • Τελευταία νέα
  • Έργογραφία
    • Τίτλοι
    • Αυτοεκδόσεις
  • Αρχείο δημοσιότητας
    • Κριτικές
    • Συνεντεύξεις
    • Εκδηλώσεις
  • Επικοινωνία
    • email
    • facebook
«
MENOY · ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

Κωνσταντίνος Θεοτόκης: «Πίστομα». Ένας διπλασιασμός. – Χάρτης #6, 1/6/2019

01/06/2019 · Ανακοινώσεις, Προδημοσιεύσεις

Κωνσταντίνος Θεοτόκης: «Πίστομα»

Ένας διπλασιασμός

του Τάσου Ζαφειριάδη
ΧΑΡΤΗΣ 6 {ΙΟΥΝΙΟΣ 2019}

Κωνσταντίνος Θεοτόκης: «Πίστομα»

Το λι­τό δι­ή­γη­μα «Πί­στο­μα» του Κων­στα­ντί­νου Θε­ο­τό­κη από τις Kορ­φιά­τι­κες ιστο­ρί­ες θε­ω­ρεί­ται ένα από τα εμ­βλη­μα­τι­κό­τε­ρα της νε­ο­ελ­λη­νι­κής λο­γο­τε­χνί­ας. Βα­σι­σμέ­νο στο αλη­θι­νό πρό­σω­πο του Αντώ­νη Βρα­χνού ή Κου­κου­λιώ­τη, συ­μπυ­κνώ­νει απο­στα­σιο­ποι­η­μέ­να μία τρα­γι­κή πλο­κή σε ελά­χι­στες λέ­ξεις, κρα­τώ­ντας την αφή­γη­ση απλή, ρε­α­λι­στι­κή και απο­στα­σιο­ποι­η­μέ­νη, αφή­νο­ντας το δρά­μα να μι­λή­σει από μό­νο του, χω­ρίς εμ­βό­λι­μες «επεμ­βά­σεις» του συγ­γρα­φέα.
Σε τέ­τοια σφι­χτο­γραμ­μέ­να κεί­με­να εύ­λο­γα ανα­ρω­τιέ­ται κα­νείς πό­σο ακό­μα μπο­ρού­σε να εμπλου­τί­σει ο συγ­γρα­φέ­ας την ιστο­ρία και πό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο θα ήταν δυ­να­τόν να ανα­πτυ­χθεί το δι­ή­γη­μα ως προς την έκτα­σή του.
Στό­χος της άσκη­σης ήταν ο δι­πλα­σια­σμός των λέ­ξε­ων του αρ­χι­κού κει­μέ­νου, δια­τη­ρώ­ντας τα βα­σι­κά στοι­χεία της πλο­κής. Οι προ­σθή­κες και αλ­λα­γές ση­μειώ­νο­νται με πλά­γιους χα­ρα­κτή­ρες στο κεί­με­νο. Για την κα­τά το δυ­να­τόν δια­τή­ρη­ση του ύφους του Θε­ο­τό­κη χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν όπου ήταν δυ­να­τόν λέ­ξεις ή φρά­σεις από άλ­λα κεί­με­νά του, όπως ο Κα­τά­δι­κος, οι Σκλά­βοι στα δε­σμά τους, Το βιο της κυ­ράς Κερ­κύ­ρας, Η πα­ντρειά της Στα­λα­χτής κ.ά. Η αρ­χι­κή εκ­δο­χή του κει­μέ­νου αλιεύ­θη­κε από το δια­δί­κτυο, κα­θώς κρί­θη­καν επου­σιώ­δεις οι τυ­χόν πα­ραλ­λα­γές του για τη συ­γκε­κρι­μέ­νη άσκη­ση. Οι λέ­ξεις του τί­τλου συ­μπε­ρι­λή­φθη­καν στον υπο­λο­γι­σμό των λέ­ξε­ων.
Το απο­τέ­λε­σμα, όπως εύ­κο­λα μπο­ρεί να δια­πι­στώ­σει και ο ανα­γνώ­στης, μάλ­λον δι­καιώ­νει τον Θε­ο­τό­κη. Εάν αυ­τές τις λέ­ξεις σκε­φτό­ταν να προ­σθέ­σει, τό­τε κα­λώς τις έκο­ψε· ήταν αχρεί­α­στες.

Κωνσταντίνος Θεοτόκης: «Πίστομα»

«Πί­στο­μα» (Αρ­χι­κό κεί­με­νο 655 λέ­ξεις)

Όταν ύστε­ρα από την αναρ­χία πού ’χεν αντα­ριά­σει τον τό­πο δί­νο­ντας εις όλα τα κα­κά στοι­χεία το ελεύ­τε­ρο να πρά­ξουν κά­θε λο­γής ανο­μία, η τά­ξη εί­χε πά­λε στε­ρε­ω­θεί, κ’ εί­χε δο­θεί αμνη­στία στους κα­κούρ­γους, τό­τες επί­στρε­φαν τού­τοι απ’ τα βου­νά κι από τα ξέ­να στα σπί­τια τους, κι ανά­με­σα στους άλ­λους που ξα­ναρ­χό­νταν, εγύ­ρι­ζε στο χω­ριό του κι ο Mα­γου­λα­δί­της Aντώ­νης Kου­κου­λιώ­της.
Eί­τουν τό­τες ώς σα­ρά­ντα χρο­νών, κο­ντός, μαυ­ρι­δερ­νός, μ’ όμορ­φα πυ­κνά σγου­ρά γέ­νια και με σγου­ρό­τα­τα μαύ­ρα μαλ­λιά. Tο πρό­σω­πό του εί­χε χά­ρη και το βλέμ­μα του εί­τουν χαϊ­δευ­τι­κό και ήμε­ρο αγκα­λά κι αντί­φεγ­γε με πρά­σι­νες ανα­λα­μπές· το στό­μα του όμως εί­τουν μι­κρό­τα­το και κο­ντό δί­χως χεί­λια.
O άν­θρω­πος τού­τος, πριν ακό­μα ρε­μπε­λέ­ψουν ο κό­σμος, εί­χε πα­ντρευ­τεί. Kι όταν πή­ρε των βου­νών το δρό­μο, για το φό­βο της εξου­σί­ας, άφη­κε τη γυ­ναί­κα του μό­νη στο σπί­τι και τού­τη δεν του εστά­θη πι­στή, αλ­λά με άλ­λον (νο­μί­ζο­ντας ίσως πως ο Kου­κου­λιώ­της εί­τουν σκο­τω­μέ­νος ή αλ­λιώς πε­θα­μέ­νος) εί­χε πιά­σει έρω­τα κι απ’ τον έρω­τα τού­τον εί­χε γεν­νη­θεί παι­δί που άξαι­νεν ωστό­σο χα­ρι­τω­μέ­να και που η γυ­ναί­κα περ­σά αγα­πού­σε.
Eγύ­ρι­ζε λοι­πόν ο λη­στής στο χω­ριό του την ώρα όπου βά­φουν τα νε­ρά. K’ εμπή­κε ξάφ­νως σπί­τι του χω­ρίς κα­νείς να το προ­σμέ­νει, εμπή­κε σα θα­να­τι­κό, ανα­πά­ντε­χα τέ­λεια, κ’ εκα­τα­τρό­μα­ξεν η άτυ­χη γυ­ναί­κα, ετρό­μα­ξε τό­σο, που, παίρ­νο­ντας το ξαν­θό της παι­δί στην αγκα­λιά, τό ’σφιγ­γε στα στή­θια της τρε­μά­με­νη, έτοι­μη να λι­γο­θυ­μή­σει και χω­ρίς να δύ­να­ται να προ­φέ­ρει λέ­ξη κα­μία.
Aλ­λά ο Kου­κου­λιώ­της πι­κρά χα­μο­γε­λώ­ντας τής εί­πε:
«Mη φο­βά­σαι γυ­ναί­κα. Δε σου κά­νω κα­νέ­να κα­κό, αγκα­λά και σου πρέ­πουν. Eί­ναι το παι­δί τού­το δι­κό σου; Nαι; Mα όχι δι­κό μου! Mε ποιον, λέ­γε, τό ’χεις κά­μει;»
T’ απο­κρί­θη εκεί­νη λου­χτου­κιώ­ντας.
«Aντώ­νη, τί­πο­τε δε μπο­ρώ να σου κρού­ψω. Tο φταί­σμα μου εί­ναι με­γά­λο. Mα, το ξέ­ρω, κ’ η εγδί­κη­σή σου θά ’ναι με­γά­λη· κ’ εγώ, αδύ­να­το μέ­ρος, και το νή­πιο τού­το, που από το φό­βο τρέ­μει, δε δυ­νό­μα­στε να σ’ αντρειευ­τού­με. Kοί­τα πώς η τρο­μά­ρα με κλο­νί­ζει κα­θώς σε τη­ρώ. Kά­με από με ό,τι θέ­λεις, μα λυ­πή­σου το άτυ­χο πλά­σμα που δεν έχει προ­στα­σία.»
Kα­θώς εμι­λού­σεν η γυ­ναί­κα εσκο­τεί­νια­ζεν η όψη του αλ­λά δεν την αντί­κο­βγε. Eτσώ­πα­σε λί­γο κ’ έπει­τα της εί­πε:
«Γυ­ναί­κα κα­κή! Δεν ρω­τώ τώ­ρα ου­δέ συμ­βου­λή σου, ου­δέ σε λυ­πού­μαι, ου­δέ το λυ­πού­μαι. T’ όνο­μα εκει­νού θέ­λω. Eσέ δε θα σε πει­ρά­ξω. Δε μο­λο­γάς το; θα το μά­θω· το χω­ριό όλο γνω­ρί­ζει με ποιον εζού­σες και τό­τες θα θυ­σιά­σω και τους τρεις σας, θα πλύ­νω τη ντρο­πή πό­χω λά­βει από σας, πλά­σμα­τα άτι­μα!»
Eμο­λό­η­σε. Kι ο Kου­κου­λιώ­της εβγή­κε αμέ­σως. Kι αφού ύστε­ρα από ώρα ξα­να­μπή­κε στο σπί­τι, εβρή­κε τη γυ­ναί­κα στον ίδιο τό­πον ασά­λευ­τη με τ’ απο­κοι­μι­σμέ­νο τέ­κνο στην αγκά­λη· τον ανα­ντρά­νι­ζε. Mα αυ­τός εξα­πλώ­θη κα­τά γης και σα χορ­τά­τος εκοι­μή­θη ύπνον βα­θύν ώς το ξη­μέ­ρω­μα.
Tην άλ­λην ημέ­ραν αφού εξύ­πνη­σαν της εί­πε.
«Θα πά­με στα χτή­μα­τά μας να ιδώ μη και κεί­να μού ‘χουν αρ­πά­ξει, κα­θώς μού ’χε πά­ρει και σε ο σκο­τω­μέ­νος.»
«Tον σκό­τω­σες!»
Tην ημέ­ραν εκεί­νην ο ήλιος δεν εφά­νη στην Aνα­το­λή για­τί ο ου­ρα­νός εί­τουν γνέ­φια γιο­μά­τος και το φως με­τά βιάς επλή­θαι­νε.
Kι ο Kου­κου­λιώ­της βά­νο­ντας φτιά­ρι και τσα­πί στον ώμο εδιά­τα­ξε τη γυ­ναί­κα να τον ακο­λου­θή­σει μα­ζί με το παι­δί της, κ’ έτσι εβγή­καν κ’ οι τρεις από το σπί­τι.
Kαι φτά­νο­ντας εις το χω­ρά­φι που εί­τουν πο­λύ νο­τε­ρό ακό­μα από την πρω­τυ­τερ­νή βρο­χή, ο λη­στής εβάλ­θη να σκά­ψει λάκ­κο.
Δεν επρό­φερ­νε λέ­ξη και το πρό­σω­πό του εί­τουν χλω­μό και ο ίδρος, που έβρε­χε το μέ­τω­πό του, έβγαι­νε κρύ­ος. Το στα­χτί φως που έπε­φτε από τον ου­ρα­νό εχρω­μά­τι­ζε πα­ρά­ξε­να τον τό­πο· το χι­νό­πω­ρο την αυ­γήν εκεί­νην έλε­γεν όλη του τη θλί­ψη. H γυ­ναί­κα εκοί­τα­ζε πε­ρί­ερ­γη κι ανή­συ­χη και το παι­δά­κι επαι­γνι­δού­σε με τα γου­λιά και με τα χώ­μα­τα που ανά­σκα­φτεν ο κα­κούρ­γος. K’ εφά­νη για μια στιγ­μήν ο ήλιος κ’ εχρύ­σω­σε τα ξαν­θά μαλ­λιά του νη­πί­ου που αγ­γε­λι­κά χα­μο­γε­λού­σε.
Kι ωστό­σο ο λάκ­κος εί­τουν έτοι­μος, κι ο Kου­κου­λιώ­της, ακου­μπώ­ντας στο φτυά­ρι, εί­πε της γυ­ναι­κός του:
«Bά­λ’ το πί­στο­μα μέ­σα».

Κωνσταντίνος Θεοτόκης: «Πίστομα»

Πί­στο­μα μέ­σα εις τον λάκ­κον (Δι­πλα­σια­σμέ­νη εκ­δο­χή : 1310 λέ­ξεις)

Όταν αρ­κε­τόν και­ρόν ύστε­ρα από την αναρ­χία πού ’χεν αντα­ριά­σει όλον τον τό­πο μας δί­νο­ντας εις όλα τα κα­κά και τα­ρα­χο­ποιά στοι­χεία το ελεύ­τε­ρο να πρά­ξουν κά­θε λο­γής ανο­μία και αντά­ρα, η τά­ξη εί­χε και πά­λε στε­ρε­ω­θεί, κ’ εί­χε δο­θεί η αμνη­στία στους διά­φο­ρους κα­κούρ­γους, τό­τες επί­στρε­φαν όλοι τού­τοι απ’ τα άγρια και άνο­μα βου­νά κι από τα ξέ­να ρο­βο­λού­σαν πί­σω στα σπί­τια τους και τα χτή­μα­τά τους, κι ανά­με­σα στους άλ­λους πολ­λούς άνο­μους που ξα­ναρ­χό­νταν, εγύ­ρι­ζε γλή­γο­ρα πί­σω στο χω­ριό του κι ο Mα­γου­λα­δί­της ο Aντώ­νης Kου­κου­λιώ­της.
Θα εί­τουν τό­τες ώς και σα­ρά­ντα χρο­νών. Εί­τουν κο­ντός και μαυ­ρι­δερ­νός, μα κα­λο­κά­μω­τος, μ’ όμορ­φα και πυ­κνά σγου­ρά γέ­νια αμε­λη­μέ­να και με σγου­ρό­τα­τα μαύ­ρα μαλ­λιά. Εί­χε λι­γνέ­ψει στο βου­νό. Το πρό­σω­πό του εί­χε χά­ρη περ­σή με κα­λο­φτια­σμέ­να τα πι­θέ­μα­τα του και το βλέμ­μα του εί­τουν χαϊ­δευ­τι­κό και ήμε­ρο αγκα­λά και πολ­λές φο­ρές αντί­φεγ­γε με κά­τι πρά­σι­νες ανα­λα­μπές· το στό­μα του απ’ την άλ­λη όμως εί­τουν μι­κρό­τα­το και κο­ντό, θαρ­ρείς δί­χως χεί­λια. Η όψη του εί­χε μια ήμε­ρη πι­κρά­δα ανα­κα­τε­μέ­νην με ει­ρη­νι­κή γα­λή­νη, σαν ενού ήρε­μου λει­ψά­νου.
O άν­θρω­πος τού­τος, εί­τουν αρ­κε­τά χρό­νια πριν ακό­μα ρε­μπε­λέ­ψουν ο κό­σμος, εί­χε πα­ντρευ­τεί. Kι όταν με­τά τ’ ανα­κα­τώ­μα­τα ο Κου­κου­λιώ­της πή­ρε των βου­νών το μα­κρύ και δύ­σβα­το δρό­μο, για το φό­βο της εξου­σί­ας, άφη­κε τη γυ­ναί­κα του μό­νη της στο σπί­τι τους και τού­τη δεν του εστά­θη ολό­τε­λα πι­στή, αλ­λά με κά­ποιον άλ­λον (νο­μί­ζο­ντας ίσως πως ο Kου­κου­λιώ­της εί­τουν πια σκο­τω­μέ­νος στα βου­νά ή αλ­λιώς πε­θα­μέ­νος κά­που στα ξέ­να) εί­χε πιά­σει άλ­λον και­νούρ­γιον έρω­τα κι απ’ τον έρω­τα τού­τον τον και­νούρ­γιον εί­χε γεν­νη­θεί ένα όμορ­φο παι­δί που άξαι­νεν ωστό­σο πο­λύ χα­ρι­τω­μέ­να και που η γυ­ναί­κα περ­σά το αγα­πού­σε.
Eγύ­ρι­ζε το λοι­πόν ο λη­στής πί­σω στο χω­ριό του και προ­βα­τού­σε με ογλή­γο­ρο το πά­τη­μά του την ώρα εκεί­νη όπου βά­φουν τα νε­ρά. Επή­ρε ένα λογ­για­σμέ­νο πα­ρα­στρά­τι κ’ εμπή­κε ξάφ­νως μέ­σα εις το σπί­τι του χω­ρίς εκεί κα­νείς να το προ­σμέ­νει, κ’ επε­τά­χτη­κε κ’ εμπή­κε από­το­μα μέ­σα σα θα­να­τι­κό, ανα­πά­ντε­χα τέ­λεια, κ’ εκα­τα­τρό­μα­ξεν έτσι η άτυ­χη η γυ­ναί­κα του, ετρό­μα­ξε τό­σο πο­λύ, που, παίρ­νο­ντας το ξαν­θό της το παι­δί το έβα­λε στην αγκα­λιά της, το ‘σφιγ­γε μέ­σα εις τα στή­θια της τρε­μά­με­νη, πα­νια­σμέ­νη, έτοι­μη να λι­γο­θυ­μή­σει και χω­ρίς να δύ­να­ται ού­τε καν να προ­φέ­ρει λέ­ξη κα­μία απ’ το ξάφ­νι­σμα. Αυ­τός την κοι­τού­σε μό­νο και σιω­πού­σε και η γυ­ναί­κα του εκι­τρί­νι­σε ακό­μα περ­σό­τε­ρο. Το χεί­λι της έκα­με να κι­νη­θεί, η καρ­διά της την ορ­μή­νευε να μι­λή­σει, αλ­λά η φω­νή δεν βγή­κε απ’ το λά­ρυγ­γά της. Άκου­σε να λυ­γάν τα γό­να­τά της κ’ εκά­θι­σε χά­μου, με το παι­δί αγκα­λιά. Κ’ εκα­τά­λα­βε τρο­μά­ζο­ντας πως εί­ταν γυ­ναί­κα χα­μέ­νη.
Aλ­λά τό­τε ο άντρας της ο Kου­κου­λιώ­της πι­κρά χα­μο­γε­λώ­ντας στά­θη­κε μπρο­στά της και της εί­πε:
«Mη με φο­βά­σαι γυ­ναί­κα. Δε θα σου κά­νω εγώ κα­νέ­να κα­κό, αγκα­λά και σου πρέ­πουν, άτι­μη. Eί­ναι το παι­δί τού­το που βα­στάς το δι­κό σου; Nαι; Εί­ναι; Mα σί­γου­ρα όχι το δι­κό μου! Mε ποιον, λέ­γε μου, το ’χεις κά­μει όμως; Λέ­γε μου το ξά­στε­ρα.»
Η γυ­ναί­κα του ωχρή άκου­σε τα λό­για του Αντώ­νη κι αγκά­λια­σε σφι­χτά μ’ αγά­πη το παι­δί της. Κι εκεί δεν εμπό­ρε­σε πλια να βα­στά­ξει. Ένα ανα­φι­λη­τό βα­ρύ βα­ρύ της ετί­να­ξε τα στή­θη κι εμού­γκρι­σε για να μην ξε­φω­νί­σει το κλά­μα. Κι ο Αντώ­νης εκοί­τα­ζε αμί­λη­τος τα δύο πλά­σμα­τα, που αγκα­λιά­ζο­νταν, που υπό­φερ­ναν εξαι­τί­ας του και που δεν εμι­λού­σαν. Αφού εστα­μά­τη­σε το κλά­μα κ’ ηρέ­μη­σε λί­γο, τ’ απο­κρί­θη ύστε­ρα εκεί­νη χα­μη­λό­φω­να λου­χτου­κιώ­ντας φο­βι­σμέ­νη και με το κε­φά­λι κά­του.
«Aντώ­νη, εγώ τί­πο­τε δε μπο­ρώ να σου κρού­ψω. Tο φταί­σμα μου εί­ναι πο­λύ με­γά­λο και δε διορ­θώ­νε­ται. Mα, εγώ το ξέ­ρω κα­λά, πως κ’ η εγδί­κη­σή σου για το κρί­μα μου θα ’ναι πο­λύ με­γά­λη· κ’ εγώ, που ’μαι αδύ­να­το μέ­ρος, και το δύ­στυ­χο νή­πιο τού­το, που από το φό­βο τρέ­μει, δε δυ­νό­μα­στε να σ’ αντρειευ­τού­με. Kοί­τα με, κοί­τα πώς η τρο­μά­ρα με κλο­νί­ζει κα­θώς σε τη­ρώ. Kά­με από με ό,τι θέ­λεις, μα λυ­πή­σου το άτυ­χο το πλά­σμα που δεν έχει προ­στα­σία κα­μιά.»
Αφού επρό­φε­ρε τού­τα τα λό­για, εκα­τέ­βα­σε τα μά­τια ντρο­πια­σμέ­νη. Kα­θώς εμι­λού­σεν η γυ­ναί­κα εσκο­τεί­νια­ζεν η όψη του Kου­κου­λιώ­τη αλ­λά δεν την αντί­κο­βγε. Eτσώ­πα­σε λί­γο, εκα­τέ­βα­σε το σκο­τει­νια­σμέ­νο πρό­σω­πό του κ’ εστά­θη­κε σκε­φτι­κός σα να ’θε­λε να πά­ρει σο­βα­ρήν από­φα­σην, εσυλ­λο­γί­στη­κε ώρα πολ­λή κ’ έπει­τα της εί­πε αγροι­κά:
«Γυ­ναί­κα κα­κή κ’ άνο­μη! Δεν ρω­τώ τώ­ρα ου­δέ συμ­βου­λή σου, ου­δέ σε λυ­πού­μαι, ου­δέ το λυ­πού­μαι. T’ όνο­μα εκει­νού θέ­λω μό­νον. Eσέ εγώ δε θα σε πει­ρά­ξω διό­λου. Δε μο­λο­γάς το; θα το μά­θω εγώ· το χω­ριό μας όλο γνω­ρί­ζει με ποιον εζού­σες κ’ εμέ­να με ξα­θρώ­πι­ζες και τό­τες θα σας θυ­σιά­σω και τους τρεις σας ως σας πρέ­πει, θα πλύ­νω τη ντρο­πή, την κα­κο­γλωσ­σιά και το βουρ­δού­λιο πό­χω λά­βει από του λό­γου σας, πλά­σμα­τα άτι­μα κ’ ανά­πο­δα!»
Τό­τες το μά­τι της επλημ­μύ­ρι­σε δά­κρυα κ’ εμο­λό­η­σε τ’ όνο­μα απ’ την τρο­μά­ρα της, σφουγ­γί­ζο­ντας τα δά­κρυα με την άκρη της μπό­λιας της. Kι ο Aντώ­νης Kου­κου­λιώ­της εβγή­κε αμέ­σως έξω κ’ εχά­θη­κε μέ­σα στα σκο­τά­δια σα νυ­χτο­λε­φτε­ρί­δα. Kι αφού ύστε­ρα από αρ­κε­τή ώρα ξα­να­μπή­κε μέ­σα στην κά­μα­ρα του φτω­χού σπιτιού, εβρή­κε τη γυ­ναί­κα του στον ίδιο τό­πον ασά­λευ­τη με τ’ απο­κοι­μι­σμέ­νο της τέ­κνο στην αγκά­λη της· τον ανα­ντρά­νι­ζε. Mα αυ­τός εξα­πλώ­θη κα­τά γης και σα χορ­τά­τος εκοι­μή­θη ύπνον βα­θύν ώς το ξη­μέ­ρω­μα. H νύ­χτα εί­ταν βα­θιά κι αφέγ­γα­ρη και στον ου­ρα­νό έλα­μπαν αμέ­τρη­τα αστέ­ρια χύ­νο­ντας το φως τους· η γυ­ναί­κα δεν εδυ­νό­τουν να δια­κό­ψει την ανυ­πό­φερ­τη σιω­πή. Εί­ταν στιγ­μές που την καρ­διά της εσκέ­πα­ζε ένα πι­κρό και βα­ρύ θα­να­τε­ρό μα­ρά­ζι. Πά­νου στες ελιές ετρί­λι­ζαν αδιά­κο­πα τα τρι­δό­νια, και κά­που κά­που ακουό­τουν του γκιό­νη το λά­λη­μα. Mε­σά­νυ­χτου σκο­τά­δι την άδρα­ξε κ’ ένιω­θε τη ζο­φε­ρή μαυ­ρί­λα να την πνί­γει.
Tην άλ­λην ημέ­ραν αφού εξύ­πνη­σαν κι οι δυο εγύ­ρι­σε και της εί­πε κ’ εί­ταν η ομι­λία του αυ­στη­ρή:
«Θα πά­με τώ­ρα στα χτή­μα­τά μας και στο κα­λύ­βι να ιδώ μη και κεί­να μού ’χουν αρ­πά­ξει, κα­θώς μού ’χε πά­ρει και σε ο σκο­τω­μέ­νος.»
«Θε μου! Tον σκό­τω­σες!» έκρα­ξε η γυ­ναί­κα κλαί­ο­ντας, ξαφ­νι­σμέ­νη από το λό­γο του.
Tην ημέ­ραν εκεί­νην ο ήλιος δεν εφά­νη στην Aνα­το­λή για­τί ο ου­ρα­νός εί­τουν γνέ­φια γιο­μά­τος και το φως με­τά βιάς επλή­θαι­νε απά­νω τους.
Kι ο Kου­κου­λιώ­της βά­νο­ντας φτιά­ρι και τσα­πί στον ώμο του εδιά­τα­ξε τη γυ­ναί­κα του να τον ακο­λου­θή­σει μα­ζί με το παι­δί της, κ’ έτσι εβγή­καν ολο­με­μιάς κ’ οι τρεις έξω από το σπί­τι κ’ άρ­χι­σαν να δια­βαί­νουν από το με­γά­λο δρό­μο. Tο χω­ρά­φι όμως εί­ταν αλάρ­γα κι ο δρό­μος κα­κός, γιο­μά­τος πουρ­νά­ρια και ασπά­λα­θρες· εχρεια­ζό­τουν μία ώρα ολά­κε­ρη για να φτά­σουν στα χτή­μα­τα. Κ’ εβά­δι­ζαν, κ’ εβά­δι­ζαν βυ­θι­σμέ­νοι στην πι­κρή συλ­λο­γή τους.
Kαι φτά­νο­ντας πλια εις το χω­ρά­φι που εί­τουν πο­λύ νο­τε­ρό ακό­μα από την πρω­τυ­τερ­νή βρο­χή, ένα σιά­δι ξέ­φω­το τρο­γυ­ρι­σμέ­νο από σού­δες όλο βα­τσου­νιές και σφα­λιά γιο­μά­τες, ο λη­στής εμού­τρι­σε κ’ εβάλ­θη άκο­πα να σκά­ψει ένα λάκ­κο βα­θύ μπρος εις τη ρει­πι­σμέ­νη κα­τοι­κιά με τη σά­πια πόρ­τα και τα ξε­χαρ­βα­λω­μέ­να πλια πα­ρα­θύ­ρια.
Δεν επρό­φερ­νε λέ­ξη κα­μιά και το πρό­σω­πό του εί­τουν χλω­μό και ο ίδρος, που έβρε­χε το αυ­λα­κω­μέ­νο μέ­τω­πό του κι έστα­ζε εις το χώ­μα, έβγαι­νε κρύ­ος. Το στα­χτί φως που έπε­φτε από τον ου­ρα­νό εχρω­μά­τι­ζε πα­ρά­ξε­να τον τό­πο τρι­γύ­ρω, το χω­ρά­φι με τα αγκά­θια και το ρέ­πι· το καρ­πε­ρό χι­νό­πω­ρο την αυ­γήν εκεί­νην έλε­γεν όλη του τη θλί­ψη. H δύ­στυ­χη γυ­ναί­κα επρό­σμε­νε ακί­νη­τη και αμί­λη­τη, εκοί­τα­ζε πε­ρί­ερ­γη κι ανή­συ­χη και το παι­δά­κι επαι­γνι­δού­σε με τα γου­λιά και με τα χώ­μα­τα που ανά­σκα­φτεν ο κα­κούρ­γος. K’ εφά­νη για μια στιγ­μήν ο ήλιος κ’ έρι­ξε από ψη­λά τες αχτί­δες του που έπε­φταν κ’ εχρύ­σωσαν τα ξαν­θά μαλ­λιά του νη­πί­ου που αγ­γε­λι­κά χα­μο­γε­λού­σε. Η γυ­ναί­κα ήθε­λε να μι­λή­σει εις τον άντρα της που ’σκα­βε, τον εκοι­τού­σε και τον ξα­να­κοι­τού­σε ξε­τα­στι­κά, μα ’χε κα­τα­λά­βει πως όλα τα λό­για θα ’ταν χα­μέ­να.
Kι ωστό­σο ο νο­τε­ρός λάκ­κος εί­τουν πια έτοι­μος ομπρός τους, κι ο Mα­γου­λα­δί­της ο Aντώ­νης Kου­κου­λιώ­της, στή­ρι­ξε το κορ­μί του ακου­μπώ­ντας το βρα­χιό­νι του στο φτυά­ρι, γύ­ρι­σε κ’ εί­πε της πα­θια­σμέ­νης γυ­ναι­κός του:
«Bά­λ’ το τώ­ρα πί­στο­μα το παι­δί σου μέ­σα».
Κ’ αυ­τή τρέ­μο­ντας εβάλ­θη­κε αμέ­σως να κλαί­ει.

Εικόνες από την ομώ­νυ­μη ται­νία (18´) του Γιώρ­γου Φουρ­τού­νη, που κέρ­δι­σε το Α’ βρα­βείο μυ­θο­πλα­σί­ας στο Φε­στι­βάλ Δρά­μας το 2011.

Ολα τα νέα

Τάσος Ζαφειριάδης © 2020-2024 All rights reserved
(cmblt)