• Skip to main content
  • Τάσος Ζαφειριάδης
    • Βιογραφικό
    • Διακρίσεις
    • Τελευταία νέα
  • Έργογραφία
    • Τίτλοι
    • Αυτοεκδόσεις
  • Αρχείο δημοσιότητας
    • Κριτικές
    • Συνεντεύξεις
    • Εκδηλώσεις
  • Επικοινωνία
    • email
    • facebook
«
MENOY · ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

«Το μοιρολόγι της φώκιας». Ένας διαδοχικός υποδιπλασιασμός. – Χάρτης #4, 1/4/2019

01/04/2019 · Ανακοινώσεις, Προδημοσιεύσεις

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: «Το μοιρολόγι της φώκιας»

Ένας διαδοχικός υποδιπλασιασμός

του Τάσου Ζαφειριάδη

ΧΑΡΤΗΣ 4 {ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2019}

Ανα­λο­γι­ζό­με­νος την εμ­βλη­μα­τι­κό­τη­τα του δι­η­γή­μα­τος του σκια­θί­τη συγ­γρα­φέα και το πώς ένα κεί­με­νο κα­τα­λή­γει στην τε­λι­κή του μορ­φή, με συ­γκε­κρι­μέ­νη επι­λο­γή και αριθ­μό λέ­ξε­ων, γεν­νή­θη­κε μέ­σα μου η εξής υπό­θε­ση ερ­γα­σί­ας: πό­σο δια­τη­ρού­νται τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του αρ­χι­κού κει­μέ­νου αν το υπο­βάλ­λου­με σε δια­δο­χι­κούς υπο­δι­πλα­σια­σμούς;
Η αρ­χι­κή εκ­δο­χή του κει­μέ­νου αλιεύ­θη­κε από το δια­δί­κτυο, κα­θώς δεν θε­ω­ρή­θη­καν με­γά­λης ση­μα­σί­ας οι τυ­χόν πα­ραλ­λα­γές του για τη συ­γκε­κρι­μέ­νη άσκη­ση. Ο τί­τλος θε­ω­ρή­θη­κε μέ­ρος του κει­μέ­νου και συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε στον υπο­λο­γι­σμό των λέ­ξε­ων. Στις πε­ρι­πτώ­σεις που ο υπο­δι­πλα­σια­σμός απέ­δω­σε μη ακέ­ραιο αριθ­μό, ο αριθ­μός στρογ­γυ­λο­ποι­ή­θη­κε προς τα κά­τω.
Έγι­νε προ­σπά­θεια να δια­τη­ρη­θεί όσο εί­ναι εφι­κτό το ύφος και το λε­ξι­λό­γιο του Πα­πα­δια­μά­ντη. Στό­χος ήταν ακό­μα να δια­τη­ρη­θούν όσα στοι­χεία της πλο­κής εί­ναι δυ­να­τόν σε κά­θε εκ­δο­χή. Ίσως θα εί­χε εν­δια­φέ­ρον μελ­λο­ντι­κά να επι­χει­ρη­θεί η εστί­α­ση σε δια­φο­ρε­τι­κούς χα­ρα­κτή­ρες του έρ­γου, π.χ. τον αυ­λη­τή ή την φώ­κια, ώστε τρό­πον τι­νά να ει­πω­θεί η ιστο­ρία από τη δι­κή τους «οπτι­κή».
Η δια­δι­κα­σία θα μπο­ρού­σε να ει­δω­θεί σαν συμ­βο­λι­κή άσκη­ση λι­τό­τη­τας ή ακό­μα και σαν δια­δι­κα­σία «πέ­ψης» της πο­λι­τι­στι­κής μας κλη­ρο­νο­μιάς από τη σύγ­χρο­νη πο­λι­τι­στι­κή πα­ρα­γω­γή. Εί­ναι ακό­μα ανα­με­νό­με­νο ότι πολ­λοί μπο­ρεί να βρουν τη δια­δι­κα­σία αυ­τή εντε­λώς άσκο­πη. Η αλή­θεια βρί­σκε­ται κά­που ανά­με­σα.

«Το μοιρολόγι της φώκιας» (Αρχικό κείμενο: 1057 λέξεις)

Κά­τω από τον κρη­μνόν, οπού βρέ­χουν τα κύ­μα­τα, όπου κα­τέρ­χε­ται το μο­νο­πά­τι, το αρ­χί­ζον από τον ανε­μό­μυ­λον του Μα­μο­γιάν­νη, οπού αντι­κρί­ζει τα Μνη­μού­ρια, και δυ­τι­κώς, δί­πλα εις την χα­μη­λήν προ­ε­ξο­χήν του για­λού, την οποί­αν τα μα­γκό­παι­δα του χω­ρί­ου, οπού δεν παύ­ουν από πρω­ί­ας μέ­χρις εσπέ­ρας, όλον το θέ­ρος, να κο­λυμ­βούν εκεί τρι­γύ­ρω, ονο­μά­ζουν το Κο­χύ­λι —φαί­νε­ται να έχη τοιού­τον σχή­μα— κα­τέ­βαι­νε το βρά­δυ βρά­δυ η γρια-Λού­και­να, μία χα­ρο­κα­μέ­νη πτω­χή γραία, κρα­τού­σα υπό την μα­σχά­λην μί­αν αβα­στα­γήν, δια να πλύ­νη τα μάλ­λι­να σιν­δό­νιά της εις το κύ­μα το αλ­μυ­ρόν, εί­τα να τα ξε­γλυ­κά­νη εις την μι­κράν βρύ­σιν, το Γλυ­φο­νέ­ρι, οπού δα­κρύ­ζει από τον βρά­χον του σχι­στο­λί­θου, και χύ­νε­ται ηρέ­μα εις τα κύ­μα­τα. Κα­τέ­βαι­νε σι­γά τον κα­τή­φο­ρον, το μο­νο­πά­τι, και με ψί­θυ­ρον φω­νήν έμελ­πεν εν πέν­θι­μον βα­θύ μοι­ρο­λό­γι, φέ­ρου­σα άμα την πα­λά­μην εις το μέ­τω­πόν της, δια να σκε­πά­ση τα όμ­μα­τα από το θάμ­βος του ηλί­ου, οπού εβα­σί­λευ­εν εις το βου­νόν αντι­κρύ, κι αι ακτί­νες του εθώ­πευον κα­τέ­να­ντί της τον μι­κρόν πε­ρί­βο­λον και τα μνή­μα­τα των νε­κρών, πάλ­λευ­κα, ασβε­στω­μέ­να, λά­μπο­ντα εις τας τε­λευ­ταί­ας του ακτί­νας.
Εν­θυ­μεί­το τα πέ­ντε παι­διά της, τα οποία εί­χε θά­ψει εις το αλώ­νι εκεί­νο του χά­ρου, εις τον κή­πον εκεί­νον της φθο­ράς, το εν με­τά το άλ­λο, προ χρό­νων πολ­λών, όταν ήτο νέα ακό­μη. Δύο κο­ρά­σια και τρία αγό­ρια, όλα εις μι­κράν ηλι­κί­αν της εί­χε θε­ρί­σει ο χά­ρος ο αχόρ­τα­στος.
Τε­λευ­ταί­ον επή­ρε και τον άν­δρα της, και της εί­χον μεί­νει μό­νον δύο υιοί, ξε­νι­τευ­μέ­νοι τώ­ρα· ο εις εί­χεν υπά­γει, της εί­πον, εις την Αυ­στρα­λί­αν, και δεν εί­χε στεί­λει γράμ­μα από τριών ετών· αυ­τή δεν ήξευ­ρε τι εί­χεν απο­γί­νει· ο άλ­λος ο μι­κρό­τε­ρος ετα­ξί­δευε με τα κα­ρά­βια εντός της Με­σο­γεί­ου, και κά­πο­τε την εν­θυ­μεί­το ακό­μη. Της εί­χε μεί­νει και μία κό­ρη, υπαν­δρευ­μέ­νη τώ­ρα, με μι­σήν δω­δε­κά­δα παι­διά.
Πλη­σί­ον αυ­τής, η γρια-Λού­και­να εθή­τευε τώ­ρα, εις το γή­ρας της, και δι’ αυ­τήν επή­γαι­νε τον κα­τή­φο­ρον, το μο­νο­πά­τι, δια να πλύ­νη τα χρά­μια και άλ­λα διά­φο­ρα σκου­τιά εις το κύ­μα το αλ­μυ­ρόν, και να τα ξε­γλυ­κά­νη στο Γλυ­φο­νέ­ρι.
Η γραία έκυ­ψεν εις την άκρην χθα­μα­λού, θα­λασ­σο­φα­γω­μέ­νου βρά­χου, και ήρ­χι­σε να πλύ­νη τα ρού­χα. Δε­ξιά της κα­τήρ­χε­το ομα­λώ­τε­ρος, πλα­για­στός, ο κρη­μνός του γη­λό­φου, εφ’ ου ήτο το Κοι­μη­τή­ριον, και εις τα κλί­τη του οποί­ου εκυ­λί­ο­ντο αε­νά­ως προς την θά­λασ­σαν την παν­δέγ­μο­να τε­μά­χια σα­πρών ξύ­λων από ξε­χώ­μα­τα, ήτοι ανα­κο­μι­δάς αν­θρω­πί­νων σκε­λε­τών, λεί­ψα­να από χρυ­σές γό­βες ή χρυ­σο­κέ­ντη­τα υπο­κά­μι­σα νε­α­ρών γυ­ναι­κών, συ­ντα­φέ­ντα πο­τέ μα­ζί των, βό­στρυ­χοι από κό­μας ξαν­θάς, και άλ­λα του θα­νά­του λά­φυ­ρα. Υπε­ρά­νω της κε­φα­λής της, ολί­γον προς τα δε­ξιά, εντός μι­κράς κρυ­πτής λάκ­κας, πα­ρα­πλεύ­ρως του Κοι­μη­τη­ρί­ου, εί­χε κα­θί­σει νε­α­ρός βο­σκός, επι­στρέ­φων με το μι­κρόν κο­πά­δι του από τους αγρούς, και, χω­ρίς ν’ ανα­λο­γι­σθή το πέν­θι­μον του τό­που, εί­χε βγά­λει το σου­ραύ­λι από το μαρ­σί­πιόν του, και ήρ­χι­σε να μέλ­πη φαι­δρόν ποι­με­νι­κόν άσμα. Το μοι­ρο­λό­γι της γραί­ας εκό­πα­σεν εις τον θό­ρυ­βον του αυ­λού, και οι επι­στρέ­φο­ντες από τους αγρούς την ώραν εκεί­νην —εί­χε δύ­σει εν τω με­τα­ξύ ο ήλιος— ήκουον μό­νον την φλο­γέ­ραν, κι εκοί­τα­ζον να ιδώ­σι πού ήτο ο αυ­λη­τής, όστις δεν εφαί­νε­το, κρυμ­μέ­νος με­τα­ξύ των θά­μνων, μέ­σα εις το βα­θύ κοί­λω­μα του κρη­μνού.
Μία γο­λέ­τα ήτο ση­κω­μέ­νη στα πα­νιά, κι έκα­μνε βόλ­τες εντός του λι­μέ­νος. Αλ­λά δεν έπαιρ­ναν τα πα­νιά της, και δεν έκαμ­πτε πο­τέ τον κά­βον τον δυ­τι­κόν. Μία φώ­κη, βο­σκού­σα εκεί πλη­σί­ον, εις τα βα­θιά νε­ρά, ήκου­σεν ίσως το σι­γα­νόν μοι­ρο­λό­γι της γραί­ας, εθέλ­χθη από τον θο­ρυ­βώ­δη αυ­λόν του μι­κρού βο­σκού, και ήλ­θε πα­ρα­έ­ξω, εις τα ρη­χά, κι ετέρ­πε­το εις τον ήχον, κι ελι­κνί­ζε­το εις κύ­μα­τα. Μία μι­κρά κό­ρη, ήτο η με­γα­λυ­τέ­ρα εγ­γο­νή της γραί­ας, η Ακρι­βού­λα, εν­νέα ετών, ίσως την εί­χε στεί­λει η μά­να της, ή μάλ­λον εί­χε ξε­κλε­φθή από την άγρυ­πνον επι­τή­ρη­σίν της, και μα­θού­σα ότι η μάμ­μη ευ­ρί­σκε­το εις το Κο­χύ­λι, πλύ­νου­σα εις τον αι­για­λόν, ήλ­θε να την εύ­ρη, δια να παί­ξη ολί­γον εις τα κύ­μα­τα. Αλ­λά δεν ήξευ­ρεν όμως πό­θεν ήρ­χι­ζε το μο­νο­πά­τι, από του Μα­μο­γιάν­νη τον μύ­λον, αντι­κρύ στα Μνη­μού­ρια, και άμα ήκου­σε την φλο­γέ­ραν, επή­γε προς τα εκεί και ανε­κά­λυ­ψε τον κρυμ­μέ­νον αυ­λη­τήν και αφού εχόρ­τα­σε ν’ ακούη το όρ­γα­νόν του και να κα­μα­ρώ­νη τον μι­κρόν βο­σκόν, εί­δεν εκεί που, εις την αμ­φι­λύ­κην του νυ­κτώ­μα­τος, εν μι­κρόν μο­νο­πά­τι, πο­λύ από­το­μον, πο­λύ κα­τη­φο­ρι­κόν, κι ενό­μι­σεν ότι αυ­τό ήτο το μο­νο­πά­τι, και ότι εκεί­θεν εί­χε κα­τέλ­θει η γραία η μάμ­μη της· κι επή­ρε το κα­τη­φο­ρι­κόν από­το­μον μο­νο­πά­τι δια να φθά­ση εις τον αι­για­λόν να την αντα­μώ­ση. Και εί­χε νυ­κτώ­σει ήδη.
Η μι­κρά κα­τέ­βη ολί­γα βή­μα­τα κά­τω, εί­τα εί­δεν ότι ο δρο­μί­σκος εγί­νε­το ακό­μη πλέ­ον από­κρη­μνος. Έβα­λε μί­αν φω­νήν, κι επρο­σπά­θει ν’ ανα­βή, να επι­στρέ­ψη οπί­σω. Ευ­ρί­σκε­το επά­νω εις την οφρύν ενός προ­ε­ξέ­χο­ντος βρά­χου, ως δύο ανα­στή­μα­τα αν­δρός υπε­ρά­νω της θα­λάσ­σης. Ο ου­ρα­νός εσκο­τεί­νια­ζε, σύν­νε­φα έκρυ­πταν τα άστρα, και ήτον στην χά­σιν του φεγ­γα­ριού. Επρο­σπά­θη­σε και δεν εύ­ρι­σκε πλέ­ον τον δρό­μον πό­θεν εί­χε κα­τέλ­θει. Εγύ­ρι­σε πά­λιν προς τα κά­τω, κι εδο­κί­μα­σε να κα­τα­βή. Εγλί­στρη­σε κι έπε­σε, μπλουμ! εις το κύ­μα. Ήτο τό­σον βα­θύ όσον και ο βρά­χος υψη­λός. Δύο ορ­γυιές ως έγ­γι­στα. Ο θό­ρυ­βος του αυ­λού έκα­με να μη ακου­σθή η κραυ­γή. Ο βο­σκός ήκου­σεν ένα πλα­τα­γι­σμόν, αλ­λά εκεί­θεν όπου ήτο, δεν έβλε­πε την βά­σιν του βρά­χου και την άκρην του για­λού. Άλ­λως δεν εί­χε προ­σέ­ξει εις την μι­κράν κό­ρην και σχε­δόν δεν εί­χεν αι­σθαν­θή την πα­ρου­σί­αν της.
Κα­θώς εί­χε νυ­κτώ­σει ήδη, η γραία Λού­και­να εί­χε κά­μει την αβα­στα­γήν της, και ήρ­χι­σε ν’ ανέρ­χε­ται το μο­νο­πά­τι, επι­στρέ­φου­σα κα­τ’ οί­κον. Εις την μέ­σην του δρο­μί­σκου ήκου­σε τον πλα­τα­γι­σμόν, εστρά­φη κι εκοί­τα­ξεν εις το σκό­τος, προς το μέ­ρος όπου ήτο ο αυ­λη­τής.
— Κεί­νος ο Σου­ραυ­λής θα εί­ναι, εί­πε, διό­τι τον εγνώ­ρι­ζε. Δεν του φτά­νει να ξυ­πνά τους πε­θα­μέ­νους με τη φλο­γέ­ρα του, μό­νο ρί­χνει και βρά­χια στο για­λό για να χα­ζεύη… Ση­μα­δια­κός κι αταί­ρια­στος εί­ναι.
Κι εξη­κο­λού­θη­σε τον δρό­μον της.
Κι η γο­λέ­τα εξη­κο­λού­θει ακό­μη να βολ­ταν­τζά­ρη εις τον λι­μέ­να. Κι ο μι­κρός βο­σκός εξη­κο­λού­θει να φυ­σά τον αυ­λόν του εις την σι­γήν της νυ­κτός.
Κι η φώ­κη, κα­θώς εί­χεν έλ­θει έξω εις τα ρη­χά, ηύ­ρε το μι­κρόν πνιγ­μέ­νον σώ­μα της πτω­χής Ακρι­βού­λας, και ήρ­χι­σε να το πε­ρι­τρι­γυ­ρί­ζη και να το μοι­ρο­λο­γά, πριν αρ­χί­ση τον εσπε­ρι­νόν δεί­πνον της.
Το μοι­ρο­λό­γι της φώ­κης, το οποί­ον με­τέ­φρα­σεν εις αν­θρώ­πι­να λό­για εις γέ­ρων ψα­ράς, εντρι­βής εις την άφω­νον γλώσ­σαν των φω­κών, έλε­γε πε­ρί­που τα εξής:

Αυτή ήτον η Ακριβούλα
η εγγόνα της γρια-Λούκαινας.
Φύκια ‘ναι τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά της…
κι η γριά ακόμη μοιρολογά
τα γεννοβόλια της τα παλιά.
Σαν να ‘χαν ποτέ τελειωμό
τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου.

«Το μοιρολόγι της φώκιας» (1ος υποδιπλασιασμός: 528 λέξεις)

Κά­τω από κρη­μνόν, οπού βρέ­χουν κύ­μα­τα, κα­τέρ­χε­ται μο­νο­πά­τι, και δυ­τι­κώς, δί­πλα εις την προ­ε­ξο­χήν του για­λού, εις οποί­αν τα μα­γκό­παι­δα δεν παύ­ουν όλον το θέ­ρος να κο­λυμ­βούν, κα­τέ­βαι­νε βρά­δυ η γρια-Λού­και­να, κρα­τού­σα μί­αν αβα­στα­γήν, δια να πλύ­νη σιν­δό­νια εις το κύ­μα, εί­τα να τα ξε­γλυ­κά­νη εις βρύ­σιν, οπού δα­κρύ­ζει από βρά­χον, και χύ­νε­ται εις τα κύ­μα­τα. Κα­τέ­βαι­νε τον κα­τή­φο­ρον και έμελ­πεν εν πέν­θι­μον μοι­ρο­λό­γι, φέ­ρου­σα την πα­λά­μην, δια να σκε­πά­ση τα όμ­μα­τα από τον Ήλιο, οπού εβα­σί­λευ­εν· αι ακτί­νες του εθώ­πευον τα μνή­μα­τα, ασβε­στω­μέ­να, λά­μπο­ντα.
Εν­θυ­μεί­το τα παι­διά, τα οποία εί­χε θά­ψει εκεί προ χρό­νων. Δύο κο­ρά­σια και τρία αγό­ρια εί­χε θε­ρί­σει ο χά­ρος· και τον άν­δρα της. Εί­χον μεί­νει δύο υιοί· ο εις επή­γεν εις την Αυ­στρα­λί­αν· δεν ήξευ­ρε τι εί­χεν απο­γί­νει· ο μι­κρό­τε­ρος ετα­ξί­δευε εντός της Με­σο­γεί­ου. Εί­χε μεί­νει και μία κό­ρη, υπαν­δρευ­μέ­νη, με έξι παι­διά.
Πλη­σί­ον αυ­τής, η γρια-Λού­και­να εθή­τευε, γη­ρά­σκου­σα, και δι’ αυ­τήν επή­γαι­νε δια να πλύ­νη τα χρά­μια εις το αλ­μυ­ρόν κύ­μα.
Έκυ­ψεν, και ήρ­χι­σε να πλύ­νη τα ρού­χα. Δε­ξιά κα­τήρ­χε­το κρη­μνός γη­λό­φου, εφ’ ου ήτο το Κοι­μη­τή­ριον. Εις τα κλί­τη του εκυ­λί­ο­ντο προς την θά­λασ­σαν τε­μά­χια σα­πρών ξύ­λων από ξε­χώ­μα­τα, ήτοι ανα­κο­μι­δάς σκε­λε­τών, λεί­ψα­να από γό­βες ή υπο­κά­μι­σα γυ­ναι­κών, συ­ντα­φέ­ντα μα­ζί των, και άλ­λα λά­φυ­ρα θα­νά­του. Υπε­ρά­νω της κε­φα­λής της, εντός κρυ­πτής λάκ­κας, εί­χε κα­θί­σει βο­σκός, επι­στρέ­φων με το κο­πά­δι του από τους αγρούς, και, χω­ρίς ν’ ανα­λο­γι­σθή το πέν­θι­μον του τό­που, ήρ­χι­σε να μέλ­πη άσμα με το σου­ραύ­λι του. Το μοι­ρο­λό­γι της γραί­ας εκό­πα­σεν, και οι επι­στρέ­φο­ντες από τους αγρούς την ώραν εκεί­νην ήκουον φλο­γέ­ραν, εκοί­τα­ζον να ιδώ­σι πού ήτο ο αυ­λη­τής, όστις δεν εφαί­νε­το, με­τα­ξύ θά­μνων.
Μία φώ­κη, βο­σκού­σα εκεί πλη­σί­ον, ήκου­σεν το μοι­ρο­λό­γι, εθέλ­χθη από τον αυ­λόν, και ήλ­θε πα­ρα­έ­ξω, κι ετέρ­πε­το, κι ελι­κνί­ζε­το. Η με­γα­λυ­τέ­ρα εγ­γο­νή της γραί­ας, η Ακρι­βού­λα, εν­νέα ετών, μα­θού­σα πού ευ­ρί­σκε­το η μάμ­μη, ήλ­θε να την εύ­ρη, δια να παί­ξη. Δεν ήξευ­ρεν πό­θεν ήρ­χι­ζε το μο­νο­πά­τι, και άμα ήκου­σε φλο­γέ­ραν, επή­γε προς τα εκεί· ανε­κά­λυ­ψε τον αυ­λη­τήν και αφού εχόρ­τα­σε ν’ ακούη, εί­δεν μο­νο­πά­τι, κι ενό­μι­σεν ότι εκεί­θεν εί­χε κα­τέλ­θει η μάμ­μη της· το επή­ρε δια να την αντα­μώ­ση. Εί­χε νυ­κτώ­σει.
Η μι­κρά κα­τέ­βη. Ο δρο­μί­σκος εγί­νε­το από­κρη­μνος. Έβα­λε φω­νήν, κι επρο­σπά­θει να επι­στρέ­ψη. Ευ­ρί­σκε­το εις προ­ε­ξέ­χο­ντα βρά­χο, υπε­ρά­νω της θα­λάσ­σης. Ο ου­ρα­νός εσκο­τεί­νια­ζε. Δεν εύ­ρι­σκε πλέ­ον πό­θεν εί­χε κα­τέλ­θει. Εγύ­ρι­σε προς τα κά­τω, κι εδο­κί­μα­σε να κα­τα­βή. Εγλί­στρη­σε κι έπε­σε, μπλουμ! εις το κύ­μα. Ο βρά­χος υψη­λός, δύο ορ­γυιές. Ο αυ­λός έκρυ­ψε την κραυ­γή. Ο βο­σκός ήκου­σεν πλα­τα­γι­σμόν, αλ­λά δεν έβλε­πε την άκρην του για­λού. Άλ­λως δεν εί­χεν αι­σθαν­θή την πα­ρου­σί­αν της μι­κράς κό­ρης.
Κα­θώς εί­χε νυ­κτώ­σει, η γραία επι­στρέ­φου­σα ήρ­χι­σε ν’ ανέρ­χε­ται το μο­νο­πά­τι. Ήκου­σε τον πλα­τα­γι­σμόν, εστρά­φη προς το μέ­ρος όπου ήτο ο αυ­λη­τής.
—Ο Σου­ραυ­λής θα εί­ναι. Ξυ­πνά τους πε­θα­μέ­νους με τη φλο­γέ­ρα, ρί­χνει και βρά­χια στο για­λό…
Εξη­κο­λού­θη­σε τον δρό­μον.
Ο βο­σκός εξη­κο­λού­θει να φυ­σά τον αυ­λόν του.
Η φώ­κη, ηύ­ρε το σώ­μα της πτω­χής Ακρι­βού­λας εις τα ρη­χά, και ήρ­χι­σε να το μοι­ρο­λο­γά.
Το μοι­ρο­λό­γι, το οποί­ον με­τέ­φρα­σεν εις γέ­ρων ψα­ράς, εντρι­βής εις την γλώσ­σαν των φω­κών, έλε­γε:

Αυτή ήτον η Ακριβούλα
η εγγόνα της γρια-Λούκαινας.
Φύκια τα στεφάνια της,
κοχύλια τα προικιά…
Η γριά μοιρολογά τα γεννοβόλια.
Σαν να τέλειωναν ποτέ οι καημοί.

«Μοιρολόγι φώκιας» (2ος υποδιπλασιασμός: 264 λέξεις)

Κά­τω από κρη­μνόν, κα­τέρ­χε­ται μο­νο­πά­τι, και δί­πλα εις την προ­ε­ξο­χήν του για­λού, κα­τέ­βαι­νε βρά­δυ η γρια-Λού­και­να, δια να πλύ­νη σιν­δό­νια εις το κύ­μα. Έμελ­πεν εν πέν­θι­μον μοι­ρο­λό­γι, φέ­ρου­σα την πα­λά­μην, δια να σκε­πά­ση τα όμ­μα­τα από τον Ήλιο, οπού εβα­σί­λευ­εν.
Εν­θυ­μεί­το τα παι­διά, τα οποία εί­χε θά­ψει. Δύο κο­ρά­σια και τρία αγό­ρια· και τον άν­δρα της. Εί­χον μεί­νει δύο υιοί· και μία κό­ρη, με έξι παι­διά.
Ήρ­χι­σε να πλύ­νη τα ρού­χα. Δε­ξιά ήτο κοι­μη­τή­ριον. Εις τα κλί­τη του σα­πρά ξύ­λα, λεί­ψα­να και άλ­λα λά­φυ­ρα θα­νά­του. Υπε­ρά­νω, εντός λάκ­κας, ήτο βο­σκός, επι­στρέ­φων με το κο­πά­δι του από τους αγρούς, και ήρ­χι­σε να μέλ­πη άσμα με το σου­ραύ­λι του. Το μοι­ρο­λό­γι της γραί­ας εκό­πα­σεν· οι επι­στρέ­φο­ντες από τους αγρούς ήκουον φλο­γέ­ραν· ο αυ­λη­τής δεν εφαί­νε­το, με­τα­ξύ θά­μνων.
Μία φώ­κη, βο­σκού­σα πλη­σί­ον, ήκου­σεν το μοι­ρο­λό­γι και τον αυ­λόν, και ήλ­θε πα­ρα­έ­ξω. Η Ακρι­βού­λα, εγ­γο­νή της γραί­ας, μα­θού­σα πού ευ­ρί­σκε­το η μάμ­μη, ήλ­θε να την εύ­ρη. Δεν ήξευ­ρεν το μο­νο­πά­τι, ήκου­σε φλο­γέ­ραν, επή­γε προς τα εκεί· ανε­κά­λυ­ψε τον αυ­λη­τήν και αφού ήκου­σε, εί­δεν από­κρη­μνο μο­νο­πά­τι, ενό­μι­σεν ότι εκεί­θεν εί­χε κα­τέλ­θει η μάμ­μη· κα­τέ­βη δια να την αντα­μώ­ση. Επρο­σπά­θει να επι­στρέ­ψη. Ευ­ρί­σκε­το εις προ­ε­ξέ­χο­ντα βρά­χο, υψη­λό. Εσκο­τεί­νια­ζε. Δεν εύ­ρι­σκε πό­θεν εί­χε κα­τέλ­θει. Εδο­κί­μα­σε να κα­τα­βή. Έπε­σε, μπλουμ! εις το κύ­μα. Ο βο­σκός ήκου­σεν πλα­τα­γι­σμόν, αλ­λά δεν έβλε­πε τον για­λό.
Νύ­κτω­σε· η γραία ήρ­χι­σε ν’ ανέρ­χε­ται. Ήκου­σε πλα­τα­γι­σμόν, εστρά­φη προς τον αυ­λη­τή.
—Ο Σου­ραυ­λής. Ξυ­πνά τους πε­θα­μέ­νους…
Ο βο­σκός εξη­κο­λού­θει να μέλ­πει.
Η φώ­κη ηύ­ρε το σώ­μα· ήρ­χι­σε να το μοι­ρο­λο­γά.
Το μοι­ρο­λό­γι έλε­γε:

Φύκια τα στεφάνια της Ακριβούλας…
Η γριά μοιρολογά.
Σαν να τέλειωναν ποτέ οι καημοί.

«Μοιρολόγι» (3ος υποδιπλασιασμός: 132 λέξεις)

Κά­τω από κρη­μνόν, κα­τέρ­χε­ται μο­νο­πά­τι, και δί­πλα εις την προ­ε­ξο­χήν του για­λού, κα­τέ­βαι­νε η γρια-Λού­και­να, δια να πλύ­νη σιν­δό­νια εις το κύ­μα. Έμελ­πεν εν πέν­θι­μον μοι­ρο­λό­γι. Εν­θυ­μεί­το τα παι­διά και τον άν­δρα της. Εί­χον μεί­νει δύο υιοί· και μία κό­ρη, με έξι παι­διά.
Υπε­ρά­νω, εις βο­σκός ήρ­χι­σε να μέλ­πη άσμα με το σου­ραύ­λι. Το μοι­ρο­λό­γι εκό­πα­σεν· ο αυ­λη­τής δεν εφαί­νε­το. Μία φώ­κη, βο­σκού­σα πλη­σί­ον, ήκου­σεν αυ­λόν, και ήλ­θε πα­ρα­έ­ξω. Η εγ­γο­νή της γραί­ας, ήλ­θε να την εύ­ρη. Δεν ήξευ­ρεν το μο­νο­πά­τι, ήκου­σε φλο­γέ­ραν, επή­γε προς τα εκεί· εί­δεν από­κρη­μνο μο­νο­πά­τι, ενό­μι­σεν ότι εκεί­θεν εί­χε κα­τέλ­θει η μάμ­μη. Εδο­κί­μα­σε να κα­τα­βή. Έπε­σε εις το κύ­μα.
Νύ­κτω­σε· η γραία ήκου­σε πλα­τα­γι­σμόν, εστρά­φη προς τον αυ­λη­τή, όστις εξη­κο­λού­θει να μέλ­πει.
Η φώ­κη ηύ­ρε το σώ­μα· ήρ­χι­σε το μοι­ρο­λό­γι:

Σαν να τέλειωναν ποτέ οι καημοί.

«Μοιρολόγι» (4ος υποδιπλασιασμός: 66 λέξεις)

Κά­τω από κρη­μνόν, εις τον για­λό, κα­τέ­βαι­νε η γρια-Λού­και­να, δια να πλύ­νη. Έμελ­πεν μοι­ρο­λό­γι. Εί­χε έξι εγ­γό­νια.
Υπε­ρά­νω, εις βο­σκός έμελ­πε άσμα με το σου­ραύ­λι. Το μοι­ρο­λό­γι εκό­πα­σεν. Μία φώ­κη, ήκου­σεν αυ­λόν, και ήλ­θε πα­ρα­έ­ξω. Η εγ­γο­νή της γραί­ας, ήκου­σε φλο­γέ­ραν, επή­γε προς από­κρη­μνο μο­νο­πά­τι. Έπε­σε εις το κύ­μα.
Νύ­κτω­σε· ο αυ­λη­τής εξη­κο­λού­θει να μέλ­πει.
Η φώ­κη ήρ­χι­σε το μοι­ρο­λό­γι:

Σαν να τέλειωναν οι καημοί.

«Μοιρολόγι» (5ος υποδιπλασιασμός: 33 λέξεις)

Κά­τω από κρη­μνόν, κα­τέ­βαι­νε η γρια-Λού­και­να.
Εις βο­σκός έμελ­πε. Μία φώ­κη ήλ­θε πα­ρα­έ­ξω. Η εγ­γο­νή της γραί­ας έπε­σε εις το κύ­μα.
Νύ­κτω­σε· η φώ­κη ήρ­χι­σε το μοι­ρο­λό­γι:

Σαν να τέλειωναν οι καημοί.

«Μοιρολόγι» (6ος υποδιπλασιασμός: 16 λέξεις)

Η εγ­γο­νή της γρια-Λού­και­νας έπε­σε και πνί­γη­κε.
Μία φώ­κη μοι­ρο­λο­γά:

Σαν να τέλειωναν οι καημοί.

(7ος υποδιπλασιασμός: 8 λέξεις)

Μία φώ­κη μοι­ρο­λο­γά:

Σαν να τέλειωναν οι καημοί.

(8ος υποδιπλασιασμός: 4 λέξεις)

Να τέλειωναν οι καημοί.

(9ος υποδιπλασιασμός: 2 λέξεις)

Οι καημοί.

(10ος υποδιπλασιασμός: 1 λέξη)

Καημοί.

(11ος υποδιπλασιασμός: 0 λέξεις)

σχέ­δια Τ.Ζ.

Ολα τα νέα

Τάσος Ζαφειριάδης © 2020-2024 All rights reserved
(cmblt)